Η "Αγκίδα" είναι μια ΑΓΚΙΔΑ στο μάτι του κατεστημένου._

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΕΝΑΝ ΣΚΥΛΟ…


Του ΔΗΜ. ΤΣΟΥΚΑΠΑ

 Μ’είδε από μακριά κι ήρθε πάνω μου τρέχοντας.

-Άνθρωποοοοοος, πήρε να φωνάζει κι άρχισε να φέρνει σβούρες γύρα μου κουνώντας την ουρά του…

Σταμάτησα και βάλθηκα να καταλάβω την τόση χαρά του.

-Τι με κοιτάς, μου φώναξε, …επιτέλους κι ένας άνθρωπος!

Έσκυψα και τον χάιδεψα

-Τι γίνεται, ρε, όμορφε, τι χαρούλες ειν’αυτές; Πώς είναι τ’όνομά σου;

-Αυτό είναι το πρόβλημα; Λέγε με Τζακ. Πες μου όμως σε παρακαλώ, πού χαθήκατε, πού πήγατε σεις όλοι οι άνθρωποι;

-Δεν τα’μαθες;

-Τι να μάθω;

-Άστα! Αρπάξαμε μια φλουέντσα και μαντρωθήκαμε όλοι σπίτια μας Κλάσαμε μέντες, σου λέω…

-“Φλουέντσα”;! Γύρισε και με κοίταξε λαχανιασμένος όπως έτρεχε πλάι μου.

-Τι να στα λέω τώρα. Άσχημα τα πράματα. Φοβόμαστε ο ένας τον άλλον, δεν πλησιάζουμε δικό μας άνθρωπο! Ολημερίς στημένοι μπροστά στην τηλεόραση κι ακούμε πόσοι πέθαναν χθες, πόσοι θα πεθάνουν σήμερα, πόσοι αύριο, εδώ, παραπέρα, σ’άλλες χώρες, σ’ολόκληρο τον πλανήτη.

Ξέμεινε λίγα μέτρα πίσω μου…

-Μη μου λες…

-Τι να μην σου λέω…

-Πω πωωωω! Λυπάμαι αφάνταστα… είπε και πήρε να τρέχει όσο γινόταν κοντά μου.

-Γι αυτό σου λέω. Να χαίρεσαι που είσαι σκύλος!

Κατέβασε το ένα αυτί του.

-Γιατί;

-Γιατί δεν χρειάζεται για να κυκλοφορήσεις να στείλεις πρώτα μήνυμα στο κινητό σου! Κοίτα γύρω σου. Όλη η παραλία δικιά σου. Είσαι ελεύθερος, το καταλαβαίνεις; Κι ούτε κινδυνεύεις να κολλήσεις φλουέντσα…

Σταμάτησε απότομα να τρέχει. Έμεινε πίσω και δεν έλεγε να κουνήσει ρούπι. 
Σταμάτησα κι εγώ και πήγα κοντά του.

-Έλα, τι έπαθες;

-Ώστε έτσι; Είμαι λεύτερος!

Μάζεψε για λίγο την κρεμασμένη γλώσσα του και μου γρύλισε μ' απόγνωση. Τον λυπήθηκα. 
Πλησίασα κι άλλο κοντά του.

Έσκυψε το κεφάλι.

-Είμαι λεύτερος, λοιπόν! Όμως για κοίτα κι εσύ καλύτερα γύρω σου. Τούτη η παραλία πριν μέρες έσφυζε κόσμο. Ήταν γιομάτη ζωή. Δεν ξέρω, αν θυμάσαι, ήταν φουλ ταβέρνες και μπαρ. Περίσσευε απ’ τους χορτάτους κάνα κόκαλο, την βγάζαμε “ταράτσα” Τώρα;

Κόπηκαν τα πόδια μου. Κοίταξα πέρα-πέρα τον πεζόδρομο. Παντού ερημιά κι απελπισία! Κάθισα στο πρώτο παγκάκι. Ήλθε ο Τζακ κι έχωσε το κεφάλι του στα πόδια μου.

-Γι αυτό σου λέω…

Τον χάιδεψα τρυφερά

-Πεινάς;

-Έχω να φάω μια βδομάδα. Τουλάχιστον να’ μουν γάτα να σκαρφάλωνα σε κάνα κάδο…

Μάτωσε η καρδιά μου. Λίγες φορές ένιωσα τέτοια απελπισία μέσα μου. Σήκωσε ο Τζακ το κεφάλι και με κοίταξε με κείνα τα τόσο ανθρώπινα μάτια του.

-Έλα, μην κάνεις έτσι. Συνηθισμένα τα βουνά απ’τα χιόνια. Όμως πες μου. Πού θα πάει όλο αυτό;

-Δεν ξέρω, του απάντησα και θόλωσαν τα μάτια μου.

Έχωσε βαθύτερα το κεφάλι του στα πόδια μου.

-Τουλάχιστον σήμερα χόρτασα χάδι…

Τον έσφιξα όσο μπορούσα κοντά μου. Του άρπαξα τ’αυτιά και τον κοίταξα βαθιά στα μάτια.

-Κι εγώ Τζακ. Κι εγώ, φίλε μου, είχα μέρες να νιώσω χνότο τόσο κοντά μου… Είχα μέρες να πλησιάσω πλάσμα σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου… Είχα μέρες να χαϊδέψω πρόσωπο αγαπημένο… Να’σαι καλά…

Πήρε να μου γλείφει με πάθος τις παλάμες.

…Τόσο, που σαν γύρισα σπίτι, για πρώτη φορά δεν ήθελα να πλύνω τα χέρια μου.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ετικέτες

Αρχείο

Πρωτοσέλιδα

Από το Blogger.