Η ιστορία των γυαλιών οράσεως.
Οι
Αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι και οι Ρωμαίοι δεν είχαν γυαλιά οράσεως ούτε
κανένα άλλο οπτικό βοήθημα, είχαν όμως θεωρίες για τα οπτικά βοηθήματα τις
οποίες δεν είχαν κάνει ποτέ πράξη. Γύρω στο 50, ο Ρωμαίος φιλόσοφος Seneca ανακαλύπτει πως τα αντικείμενα
φαίνονται μεγαλύτερα και καθαρότερα κοιτώντας τα μέσα από ένα γυάλινο μπολ
γεμάτο με νερό. Εντούτοις, ο Seneca απέδωσε την μεγέθυνση στο νερό και όχι στην
καμπυλότητα του μπολ.
Ο Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός Πτολεμαίος έκανε
αλματώδη πρόοδο τον 2ο αιώνα
υπολογίζοντας την γωνία διάθλασης των ακτίνων του φωτός και το δείκτη διάθλασης
του νερού και του γυαλιού. Στο εγχειρίδιο του για την οπτική περιγράφει την
αρχή της μεγέθυνσης. Αυτό το βιβλίο μεταφράστηκε αργότερα στην Αραβική γλώσσα.
Τον 11ο αιώνα ο Alhazen που ήταν
επίσης αστρονόμος και μαθηματικός έγραψε στο βιβλίο του «Ο θησαυρός γνώσεων της
οπτικής» πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί γυάλινο μπολ για να φαίνονται τα
αντικείμενα μεγαλύτερα. Ο «θησαυρός γνώσεων της οπτικής» μεταφράστηκε το 1240 στη Λατινική γλώσσα.
Οι
πρώτοι που έκαναν τη θεωρία του Alhazen πράξη ήταν πιθανότατα ηλικιωμένοι
μοναχοί στην Αγγλία και στη Γερμανία. Επεξεργάστηκαν κομμάτι ορυκτού κρυστάλλου
φτιάχνοντας μια κυρτή πέτρα την οποία και τοποθετούσαν πάνω στα κείμενα για να
μπορέσουν παρά την ηλικία τους να διαβάσουν και πάλι. Κατά τη διάρκεια του 13ου
αιώνα η πέτρα διαβάσματος γνώρισε πολλές αλλαγές στο σχεδιασμό της. Τρίφτηκε
μέχρι που έγινε επίπεδη και πήρε τη μορφή φακού. Ο φακός τοποθετήθηκε σε ένα
πλαίσιο εφοδιασμένο με χερούλι. Τώρα οι αναγνώστες αντί να τοποθετούν την πέτρα
διαβάσματος πάνω στα κείμενα, κρατούσαν το φακό κοντά στο μάτι.
Στη Βενετία που ήταν το κέντρο της βιομηχανίας του γυαλιού της εποχής, κατασκευάστηκαν οι πρώτοι οφθαλμικοί φακοί γύρω στο 1285 αρχικά από κρύσταλλο και αργότερα από γυαλί. Οι σκελετοί φτιάχνονταν από ξύλο και από κέρατο. Το σκελετό αποτελούσαν δύο μέρη κομμένα από ένα κομμάτι ξύλου το καθένα που είχαν μια μικρή σχισμή για την τοποθέτηση του φακού. Στη συνέχεια η κάθε σχισμή δενόταν με σκοινί ή σύρμα για να συν κρατούνται οι φακοί και τα δύο μέρη πιάνονταν μεταξύ τους με ένα γόμφο. Καθώς γλιστρούσαν εύκολα από τη μύτη σώθηκαν κάποια κάτω από τα ξύλινα πατώματα των μοναστηριών. Το μεσαίωνα οι άνθρωποι ήταν κατά πλειοψηφία αναλφάβητοι γι’ αυτό και τα γυαλιά με το γόμφο χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τους μελετητές και τους κληρικούς για τα επόμενα 400 χρόνια περίπου.
Κατά το 15ο αιώνα ένα νέο είδος εμφανίζεται, τα γυαλιά με γέφυρα τύπου αψίδας αντικαθιστώντας σταδιακά τα γυαλιά με το γόμφο. Τα καινούργια γυαλιά ήταν μονοκόμματα έχοντας ανάμεσα στους δυο φακούς μια τοξοειδή γέφυρα που επέτρεπε στο σκελετό να πιάνεται στη μύτη. Ο σκελετός μπορεί να ήταν από δέρμα, κέρατο, κόκαλο, ξύλο, σίδηρο, μπρούτζο, ασήμι ή κόκαλο φάλαινας. Το δέρμα ήταν το πιο δημοφιλές αρχικά αφού μετά από σχετική προετοιμασία γινόταν πολύ εύκαμπτο αλλά εγκαταλείφθηκε σχετικά γρήγορα γιατί η στήριξη στη μύτη απαιτούσε πολύ σφιχτές εφαρμογές. Την περίοδο αυτή εμφανίζονται και η θήκες γυαλιών οι οποίες κατασκευάζονταν κυρίως από ξύλο με επένδυση χαρτιού.
Η Βενετία και η Νυρεμβέργη ήταν τώρα τα μεγαλύτερα κέντρα παραγωγής γυαλιών. Μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας γύρω στο 1450, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή με τα βιβλία και με γραπτά γενικότερα, αυξάνοντας έτσι την ανάγκη των γυαλιών οράσεως. Στα σημαντικά εμπορικά κέντρα στη Γαλλία και Γερμανία και αργότερα στην Αγγλία και Ισπανία, οι παραγωγοί γυαλιών διαμόρφωσαν τις συντεχνίες. Αυτοί οι επαγγελματικοί οργανισμοί θέσπισαν κανόνες που ρύθμιζαν την κατασκευή των γυαλιών. Πριν από το 1500 οι μόνοι διαθέσιμοι οφθαλμικοί φακοί ήταν πρεσβυωπικοί αλλά αυτή τη χρονολογία περίπου ανακαλύφθηκαν και οι φακοί για τη διόρθωση της μακρινής όρασης. Παρόλο που με το πέρασμα του χρόνου τα γυαλιά με γέφυρα βελτιώθηκαν, η ανάγκη για μεγαλύτερη σταθερότητα στη στήριξη τους παρέμεινε. Σε κάποια μοντέλα γυαλιών επιχειρήθηκε η στήριξη του σε καπέλα. Το 16ο αιώνα κατασκευάστηκαν γυαλιά οράσεως με μια καμπυλωτή μπάρα προσαρμοσμένη στη γέφυρα, όπου αναπτυσσόταν κάθετα και κατά μήκος του κεφαλιού του διοπτροφόρου και κρατιόταν σφιχτά στο κεφάλι ή την περούκα. Μια πιο δημοφιλής εφαρμογή που έγινε προσωρινά μόδα στην Ισπανία ήταν γυαλιά που είχαν δύο μικρές τρύπες στο δεξί και αριστερό μέρος του σκελετού από όπου ξεκινούσαν δύο σκοινιά για να δεθούν πίσω από τα αυτιά.
Δεν είναι σαφές πως τα γυαλιά οράσεως έφτασαν στην Κίνα και την Ιαπωνία. Πιθανότατα μέσω των ιεραποστόλων. Σε κείμενα που βρέθηκαν στην Κίνα από το 1652 γίνεται αναφορά χωρίς περιγραφή σε ένα αντικείμενο που φορώντας το κανείς διορθώνει την όρασή του, ερχόμενο από την σημερινή Μαλαισία η οποία τότε ήταν σε Γερμανική κατοχή. Στη Κίνα συναντάμε αργότερα μεγάλη ποικιλία μοντέλων γυαλιών με στηρίγματα για το αυτί. Ένα από αυτά είχε δύο μακριά κορδόνια που τοποθετούνταν πίσω από τα αυτιά με βαρίδια στα άκρα για στήριξη. Οι φακοί κατασκευάζονταν από κρύσταλλο χαλαζία και χρωματίζονταν σε καπνό με σκοπό να αποκρύπτουν τις εκφράσεις και το βλέμμα των δικαστών κατά τη διάρκεια της εξέτασης των μαρτύρων στο δικαστήριο. Οι σκελετοί ήταν από κέλυφος χελώνας, ασήμι, χαλκό ή χρυσό. Τα γυαλιά έγιναν σύμβολο κοινωνικής τάξης στην Κίνα και όσοι τα φορούσαν αναγνωρίζονταν ως διανοούμενοι ή προύχοντες. Το μέγεθος του σκελετού και ειδικά του φακού, δήλωνε το ταξικό επίπεδο του διοπτροφόρου. Η Ιαπωνία βρισκόταν σε πλήρη αποκλεισμό από το έξω κόσμο από το 1639 κρατώντας έτσι τους ιεραπόστολους μακριά από τη χώρα. Τα γυαλιά οράσεως πιθανότατα έφεραν στην Ιαπωνία τον 17ο αιώνα οι Γερμανοί στους οποίους επιτρεπόταν να έχουν εμπορική δραστηριότητα εκεί. Τα τυπικά Ιαπωνικά γυαλιά ήταν και αυτά με στήριγμα για το κεφάλι ή σκοινιά για τα αυτιά. Τα Κινέζικα και τα Ιαπωνικά γυαλιά, καθώς και οι θήκες κατασκευάζονταν κυρίως από πολύτιμα υλικά και ήταν πλούσια διακοσμημένα.
Παράλληλα με τα γυαλιά οράσεως, το μονόκλ (μονός διορθωτικός φακός) χάραζε τη δική του πορεία μέσα στα χρόνια. Τρία διαφορετικά είδη εμφανίζονται. Ένας μεγεθυντικός φακός ή φακός για διάβασμα τοποθετείται σε σκελετό με μια σιδερένια ράβδο στο ρόλο της λαβής ή ένα κορδόνι στην άκρη του. Το μονόκλ τον 14ο αιώνα το χρησιμοποιούσαν κρατώντας το μπροστά από τα μάτια. Καθώς όμως τον 17ο και 18ο αιώνα η χρήση των γυαλιών οράσεως δημοσίως αποτελούσε αγένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία, το μονόκλ χρησιμοποιήθηκε ως αποδεκτή εναλλακτική λύση. Διακοσμήθηκε με πολύτιμα υλικά και μπορούσε να φορεθεί στο λαιμό ως κόσμημα με κορδόνι ή αλυσίδα. Το μονόκλ που εμφανίζεται το 1802 είναι και το τελευταίο είδος γυαλιών με μονό φακό. Τοποθετείται ακριβώς μπροστά στο μάτι συγκρατούμενο από τους μυς του προσώπου. Συνήθως το άκρο του σκελετού ήταν εφοδιασμένο με χαρακιές ή δύο μέρη για καλύτερη στήριξη.
Στη Γερμανία γύρω στο 1750 – 1760 κάνουν την εμφάνιση τους γυαλιά που αποτελούνται από δύο μακριές λαβές πιασμένες μεταξύ τους με ένα γόμφο, που θύμιζαν ψαλίδι. Κατασκευάζονταν από κόκαλο, ξύλο, ασήμι, χρυσό και μαργαριτάρι. Συνήθως κρέμονταν στο λαιμό ή ήταν πιασμένα σε ένα προστατευτικό χερούλι – θήκη φτιαγμένο από κέρατο. Από τη Γερμανία διαδόθηκαν στη Γαλλία και την Αγγλία. Μετά τη Γαλλική επανάσταση διαμορφώθηκε μια νέα άποψη σχετικά με τα γυαλιά οράσεως που είχε σαν αποτέλεσμα την αποδοχή τους από την ανώτερη κοινωνική τάξη. Έγιναν πολύ γρήγορα της μόδας σε βαθμό που υπαγόρευε στους αστούς να τα φοράνε παρά την θαυμάσια όρασή τους! Τα γυαλιά – ψαλίδι ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή μοντέλα τον 19ο αιώνα. Παρά τη δημοτικότητά τους όμως δυσκόλευαν την επικοινωνία αφού κατά τις συζητήσεις έπρεπε ο διοπτροφόρος να έχει συνεχώς μπροστά από το στόμα του τη λαβή ή το χέρι του. Γύρω στο 1780 ο Άγγλος G. Adams σχεδίασε ματογυάλια με λαβή - φασαμέν όπως λέγονται. Μετά από πολλές παραλλαγές με ένα ή δύο φακούς, με μηχανισμό ή χωρίς, με λαβή ή χωρίς λαβή πήραν τη θέση και την αξία κοσμήματος.
Πεντακόσια περίπου χρόνια μετά την εφεύρεση του πρώτου ζευγαριού γυαλιών οράσεως ανακαλύφθηκε πως θα στηρίζονταν ευκολότερα στη μύτη αν τοποθετούνταν δυο ευέλικτα πλευρικά τμήματα στο σκελετό, οι βραχίονες. Ένα τέτοιο μοντέλο πιθανότατα σχεδιάστηκε για πρώτη φορά στην Ισπανία. Στην άκρη του βραχίονα συχνά τοποθετούνταν κρίκοι για να περιορίζεται η πίεση στο κεφάλι. Κατά τη Rococo περίοδο 1720 – 1770 όταν οι περούκες ήταν στη μόδα, οι βραχίονες επιμηκύνθηκαν τόσο ώστε να στηρίζονται επάνω τους. Ο τύπος των γυαλιών που γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τα γυαλιά που σχεδιάστηκαν το 1752 από τον Άγγλο James Ayscough. Κατασκεύασε το πρώτο μοντέλο του με σπαστούς βραχίονες που δίπλωναν στη μέση. Αργότερα σχεδίασε ένα άλλο μοντέλο του οποίου τα ακροβραχιόνια ήταν λυγισμένα προς τα κάτω και τοποθετούνταν πίσω από το αυτί. Η φόρμα του σκελετού γνώρισε μεγάλες αλλαγές τον 18ο και 19ο αιώνα. Ήταν στρογγυλή, οβάλ, οκτάγωνη ή τετράγωνη. Βρέθηκαν επίσης κάποια μοντέλα με διπλούς φακούς που άνοιγαν στο πλάι και με χρωματιστούς φακούς. Η γέφυρα μεταξύ των φακών επίσης άλλαζε πολύ συχνά φόρμα. Οι σκελετοί φτιάχνονταν από κόκαλο, κέλυφος χελώνας, ασήμι, χρυσό ή χαλκό. Το 19ο αιώνα τα ακροβραχιόνια κατάληξαν κυρτά, σαν μισό τόξο για να κρατιούνται με ασφάλεια πίσω από τα αυτιά.
Τα πρώτα γυαλιά που «έπιαναν» στη μύτη σχεδιάστηκαν το 1825 από το Γάλλο Joseph Bressy. Η γέφυρα ανάμεσα στους δυο φακούς πήρε τη μορφή εύκαμπτου ημικύκλιου τμήματος σκελετού. Όταν οι φακοί τοποθετούνταν στο πρόσωπο η γέφυρα αγκάλιαζε τη μύτη και τα γυαλιά γλιστρούσαν απαλά στη θέση τους μένοντας εκεί. Αρκετός χρόνος χρειάστηκε για να συνηθίσουν οι διοπτροφόροι αυτό το μοντέλο, αλλά αρχικά στη Γαλλία πολύ σύντομα δημιουργήθηκε μεγάλη ποικιλία ακόμα και τύπος με βραχίονες που διέθεταν και ένα είδος flex. Αυτά τα γυαλιά αγαπήθηκαν κυρίως από τους από τους ευκατάστατους της μεσαίας τάξης του 19ου αιώνα αφού θεωρούσαν ότι οι διοπτροφόροι έδειχναν διανοούμενοι. Ακόμα δε, ήταν για την εποχή δείγμα αγένειας να φορά κανείς τα γυαλιά του όταν παρευρισκόταν με ανωτέρους. Ο σπουδαστής για παράδειγμα έπρεπε να βγάλει τα γυαλιά του με την εμφάνιση του καθηγητή του. Στην Γερμανία και στην Αγγλία υπήρχε και εκεί το καθεστώς της αφαίρεσης των γυαλιών κατά το χαιρετισμό και την παρουσίαση κάποιου. γυαλιά χωρίς σκελετό, τα grief όπως ονομάστηκαν, σχεδιάστηκαν το 1824 από τον Αυστριακό Johann Friedrich Voigtlander. Οι φακοί των γυαλιών και η γέφυρα κατασκευάζονταν αρχικά μονοκόμματα από γυαλί, και μόνο οι βραχίονες ήταν από διαφορετικό υλικό. Γύρω από τους φακούς δεν υπήρχε σκελετός. Οι βραχίονες στηρίζονταν στα τρυπημένα κροταφικά άκρα των φακών. Στη συνέχεια γέφυρα από διαφορετικό υλικό τοποθετήθηκε με τον ίδιο τρόπο στα ρινικά άκρα των φακών. Τα grief έγιναν πολύ δημοφιλή τον 19ο αιώνα. Τα μονόκλ, τα γυαλιά «ψαλίδι» και τα γυαλιά με τη λαβή χρησιμοποιούνταν μόνο περιστασιακά.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου